Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Οι ασπροποταμίτες Βλάχοι

«Οι ασπροποταμίτες Βλάχοι»

Του Δημήτρη Ι. Κωνσταντινίδη


Μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο βιβλίο του ασπροποταμίτη εκπαιδευτικού Δημήτρη Ι. Κωνσταντινίδη με τον τίτλο «Οι ασπροποταμίτες Βλάχοι». Για τη στόχευση του βιβλίου ο συγγραφέας γράφει στον πρόλογό του: «Είναι γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες λόγιοι από τα χωριά του Ασπροποτάμου έχουν καταγράψει με ενάργεια την ιστορία της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Θεωρώ ωστόσο ότι λείπει από την σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία μια συνολική προσέγγιση της ασπροποταμίτικης κοινωνίας, η οποία να καλύπτει την πολύπτυχη δραστηριότητά της μέσα από μια συγκροτημένη πολυθεματική σύνθεση της εθνικής, θρησκευτικής, εκπαιδευτικής, πολιτιστικής, οικονομικής, εμπορικής και επαγγελματικής δράσης των μελών της. Το κενό αυτό φιλοδοξεί να καλύψει η παρούσα έκδοση προσθέτοντας νέες πληροφορίες, αντιπροσωπευτικές φωτογραφίες και σημαντικά ντοκουμέντα, τα οποία αποκάλυψε η ιστορική σκαπάνη μόλις την τελευταία δεκαετία».
Η έκδοση χωρίζεται σε δεκαεπτά κεφάλαια καλύπτοντας την ιστορία του Ασπροποτάμου από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τις μέρες μας. Διαχωρίζοντας την ύλη σε τόσα κεφάλαια, το βιβλίο λειτουργεί ως ένα πλήρες θεματικό και χρονικό λεξικό, όπου ο αναγνώστης μπορεί με ευκολία να ανατρέξει στα ιστορικά στοιχεία ενός συγκεκριμένου ασπροποταμίτικου οικισμού ή μιας ορισμένης χρονικής περιόδου.
Στις πρώτες θεματικές ενότητες του βιβλίου ορίζεται η «ασπροποταμίτικη χώρα» και καταγράφονται οι πρώτες ιστορικές αναφορές για την περιοχή από τους αρχαίους και βυζαντινούς χρόνους μέχρι τις μετακινήσεις των ξένων πληθυσμών (Σλάβων, Αλβανών, Καταλανών) προς τη Θεσσαλία και ιδιαίτερα προς την περιοχή του Ασπροποτάμου. Παρουσιάζονται στη συνέχεια τα φορολογικά στοιχεία των οικισμών του Ασπροποτάμου κατά την απογραφή των Οθωμανών του 1454. Για πρώτη φορά δε έρχονται στο φως της δημοσιότητας τα οικογενειακά ονόματα των κατοίκων οικισμών του Ασπροποτάμου του ιδίου έτους. Ακολουθεί η περιγραφή της ασπροποταμίτικης κοινωνίας του 17ου και 18ου αιώνα με την εμφάνιση των επαναστατικών κινημάτων και των επιδημιών όπως και οι μετοικεσίες που τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν. Αναλύονται επίσης οι φορείς και ο τρόπος διοίκησης των ασπροποταμίτικων οικισμών, ο θρησκευτικός βίος των κατοίκων, το επαναστατικό κίνημα του 1821 στον Ασπροπόταμο, η ληστοκρατία αλλά και ο τρόπος οργάνωσης της εκπαίδευσης των παιδιών. Η ενσωμάτωση του Ασπροποτάμου το 1881 στο Ελληνικό κράτος και οι αλλαγές που προκάλεσε στην κοινωνία των Ασπροποταμιτών οριοθετούνται μέσα από την παρουσίαση της δυναμικής του πληθυσμού όπως αυτή εκφράζεται στις επίσημες απογραφές, στα είδη των επαγγελμάτων που ασκούσαν οι Ασπροποταμίτες αλλά και στο μεταναστευτικό προς τις ΗΠΑ κύμα των αρχών του 20ου αιώνα. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την καταγραφή των προσπαθειών των κατοίκων του Ασπροποτάμου να ξανακτίσουν τα κατεστραμμένα από τον πόλεμο χωριά τους με παράλληλη αποτίμηση των πεπραγμένων της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Δημήτρης  Ιωάννη Κωνσταντινίδης
e-mail: dikonnidis@gmail.com          τηλ. 6973383700                                                                     

            

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Το δέος και η μελαγχολία της Πίνδου

Το αποτύπωμα της Ελλάδας στον χάρτη αποτελείται από δύο, χονδρικά, σημεία αναφοράς. Από τη μία ο πιτσιλωτός καμβάς των εκατοντάδων νησιών κι από την άλλη η κάθετη χερσόνησος με το σκληρό ανάγλυφο και πρωταγωνιστές τους ψηλούς ορεινούς της όγκους. Για εμάς τους «περίεργους» που προτιμούμε το βουνό από τη θάλασσα, η Πίνδος, «βασίλισσα των βουνών» του τόπου, είναι εκείνο το μέρος που αισθανόμαστε σαν καταφύγιο από την καθημερινή, εκτός φύσης, πραγματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, το φωτογραφικό λεύκωμα του Δημήτρη Διβάνη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέλισσα, ομώνυμο της ξακουστής οροσειράς, είναι πολύτιμο τόσο για τους λάτρεις της Πίνδου όσο και για εκείνους που θέλουν νοητά να ταξιδέψουν σε ένα μέρος, από κάθε άποψη μοναδικό.
Η Πίνδος, όπως και ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα, είναι δύσκολος τόπος. Οι απότομες πλαγιές της, οι δυσπρόσιτες κορυφές, οι αφιλόξενες καιρικές συνθήκες στέκονταν πάντα εμπόδιο στην ανθρώπινη δραστηριότητα και κατοίκηση. Δεν είναι τυχαίο που εκεί πάνω κατέφευγαν διαχρονικά οι κάθε λογής «παράνομοι»· επαναστάτες του ’21, αντιστασιακοί της Κατοχής και αντάρτες του Εμφυλίου έφτιαξαν εκεί το σπίτι τους, ακριβώς για να δυσκολέψουν οποιονδήποτε να τους προσεγγίσει. Αυτήν τη γοητευτική αίσθηση του απρόσιτου περιέχουν και οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Διβάνη. Δημιουργημένα αποκλειστικά σε φιλμ και χωρίς καμία περαιτέρω επεξεργασία, τα κάδρα του επικεντρώνουν στο φυσικό περιβάλλον, είτε στην παρθένα του μορφή είτε με τις ανθρώπινες κατασκευές που αυτό (σε εκπληκτική αρμονική σχέση) ενσωματώνει. Μισογκρεμισμένα σπίτια, προχειροφτιαγμένα μαντριά, τοξωτές γέφυρες, φιδογυριστά μονοπάτια και αναλήμματα μετατρέπονται σε σύμβολα που ανακαλούν άλλες εποχές. Ταυτόχρονα, η ανθρώπινη μορφή καταγράφεται μόνο ως λανθάνων κομπάρσος, σχεδόν παράταιρη δίπλα στην πέτρα, το ξύλο, το νερό και το χιόνι.
Θα πει κανείς –και θα έχει δίκιο– πως Πίνδος δεν είναι βέβαια μόνο αυτά. Τα υπέροχα Ζαγοροχώρια, το αρχοντικό Μέτσοβο, οι εκατοντάδες μικροί και μεγαλύτεροι οικισμοί που είναι κρυμμένοι μέσα στις πτυχές της μακράς οροσειράς είναι προφανώς αναπόσπαστο μέρος του γενικότερου αποτυπώματος. Παράλληλα όμως καθένα από αυτά τα κοινωνικά κέντρα είναι στον μέγιστο βαθμό διαμορφωμένα –οικονομικά, πολιτισμικά, ακόμα και γαστριμαργικά– από την κυριαρχία του τοπίου. Εδώ, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού στην πατρίδα μας, οι άνθρωποι αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν και να χρησιμοποιήσουν όλη τους την εφευρετικότητα για να τα βγάλουν πέρα και, τελικά, να διακριθούν ακόμα κι έξω από τα ελληνικά σύνορα.
Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του Δημήτρη Διβάνη, αλλά και από προσωπική εμπειρία, καταλήγω πως η Πίνδος αποπνέει ένα συναίσθημα ανάμεικτο, δέους και μελαγχολίας. Αν μάλιστα κάποιος αφιερώσει τον χρόνο του ώστε να την περιδιαβεί, εκτός των 5-6 δημοφιλών της κέντρων (όπως έκανε και ο ντόπιος ορειβάτης-φωτογράφος), θα ανακαλύψει τοπία βγαλμένα από ταινία του λεγόμενου «καλλιτεχνικού» σινεμά: ομίχλες αναδυόμενες μέσα από απόκοσμες χαράδρες, ανθρώπινα έργα που αμείλικτα παραδίδονται στο όργιο της φύσης, αέναα κινούμενα νερά. Η ομορφιά, ως γνωστόν, είναι υποκειμενική…
Πηγή: www.kathimerini.gr

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Η ευαίσθητη πανίδα του Ασπροποτάμου !

Η περιοχή Ασπροποτάμου με την πυκνή της βλάστηση και την σημαντική της πανίδα θα μπορούσε να είναι εθνικός δρυμός. Άλλωστε γίνονται προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Ήδη υπάρχει καταφύγιο θηραμάτων στο χωριό Στεφάνι και πεστροφογεννητικός σταθμός στο Κουκουφλή. Στα δάση της περιοχής απαντώνται αρκετά άγρια θηλαστικά, μεταξύ των οποίων βρίσκονται η αρκούδα, ο λύκος, ο λαγός, το ζαρκάδι, η αγριόγατα, το αγριοκάτσικο, η αλεπού και ο αγριόχοιρος που επιζούν παρά την ενοχλητική παρουσία των κυνηγών. Η εμφάνιση των αρκούδων γίνεται συχνά θέμα συζήτησης στις πλατείες των χωριών καθώς αυτές είτε πλησιάζουν σε πολύ κοντινή απόσταση από τα χωριά είτε όπως και οι λύκοι προξενούν ζημιές στους κτηνοτρόφους. 

Φωτογραφίες / copyright aspropotamos.org
 

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Τα Αγριολούλουδα του Ασπροποτάμου !

Η χλωρίδα της περιοχής είναι εξαιρετικά πλούσια. Οκτώ δάση Ελάτου, Οξυάς, Πεύκου και Δρυός (Κρανιάς, Δολιανών, Πολυθέας, Καλιρρόης, Στεφανίου, Κατάφυτου, Ανθούσας και Χαλικίου) αποτελούν το λεγόμενο Δασικό Σύμπλεγμα Ασπροποτάμου, ένα από τα ωραιότερα δασικά συμπλέγματα της χώρας. Σημαντική παρουσία έχουν οι Ιτιές που επιλέγουν τις όχθες του Αχελώου για να αναπτυχθούν ενώ επίσης συναντώνται η κρανιά, ο πλάτανος, η καρυδιά, η βελανιδιά, η κερασιά και η κορομηλιά. Ο κύριος θάμνος είναι ο κέδρος. Από τα βότανα ξεχωρίζουν το τσάι, το σαλέπι, η τσουκνίδα, η ρίγανη κ.α. Αρκετά από τα βότανα έχουν αποδεδειγμένες θεραπευτικές ιδιότητες. Τέλος εντυπωσιακά είναι κάποια άγρια άνθη που συναντά κανείς στην ευρύτερη περιοχή.
Φωτογραφίες : Τζιμ Λεβέντης / Aspropotamos.org


Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Τα πετρόχτιστα σπίτια του Ασπροποτάμου ! (μέρος Α΄)

Οι πέτρες είναι κάτι παραπάνω από άφθονες στην περιοχή του Ασπροποτάμου. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που το κύριο υλικό κατασκευής οικιών υπήρξε η πέτρα. Η συγκόλληση της πραγματοποιούνταν με ασβέστη και άμμο. Ο ασβέστης έβγαινε από το κάψιμο λίθων στις διάφορες ασβεσταρίες των χωριών. Οι χτίστες ήταν κυρίως Ηπειρώτες από χωριά όπως το Μιχαλίτσι και τα Πράμαντα. Στα συνάζια πάνω από τα κουφώματα χρησιμοποιούνταν κεδρόξυλα λόγω της αντοχής τους. Στη μεριά της κύριας εισόδου υπήρχαν κενά στις δυο πλευρές όπου έμπαινε το ξύλο που ασφάλιζε την πόρτα. Tο πάχος των τοίχων άγγιζε τα 60 εκατοστά. Οι λόγοι που επέβαλαν τους παχύς τοίχους ήταν πρώτον η ανάγκη προστασίας από το κρύο και τη ζέστη και δεύτερον η ανάγκη αντοχής του βάρους της σκεπής των σχιστολιθικών πλακών. Οι σκεπές αποτελούνταν από κορμούς ελάτου και από πλάκες. Σα υλικά μεταφέρονταν με άλογα ακολουθώντας τα μονοπάτια των χωριών. Η τοποθέτηση των πλακών απαιτούσε έμπειρους και περίτεχνους τεχνίτες οι οποίοι προέρχονταν
κυρίως από την Ήπειρο.

Οι οικίες αποτελούνταν από το ανώγι, το κατώγι, το κελάρι και η γωνιά. Σο ανώγι ήταν  κυρίως χώρος υποδοχής των επισκεπτών. στη γωνιά υπήρχε το τζάκι, ο γίκος και ο μισιντρές
(ντουλάπα) και χρησιμοποιούνταν ως υπνοδωμάτιο. Το κελάρι χρησίμευε ως χώρος αποθήκευσης τροφίμων είτε αγορασμένων είτε παραγομένων από την οικογένεια. Τα αρχοντικά καταλάμβαναν περισσότερο χώρο και όγκο, επίσης περιελάμβαναν μπαλκόνια ή προεξέχοντα τμήματα. Τέλος πολλά από αυτά περιελάμβαναν εντυπωσιακές εξώπορτες.

Σήμερα σώζονται αρκετά παραδοσιακά σπίτια στην περιοχή,τα οποία προκαλούν θαυμασμό. 

Ακολουθεί σχετικό αφιέρωμα με φωτογραφικό υλικό του aspropotamos.org. 

Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

Δημήτρης Γκαντέλος - Ο γητευτής της πέτρας του Ασπροποτάμου !

Με την ερήμωση των ορεινών χωριών, χάθηκαν όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες στο χτίσιμο της πέτρας και από τότε κανείς νέος Έλληνας δεν θέλησε να μάθει την τέχνη του κτίστη. Ο Δημήτρης Γκεντέλος από το χωρίο Χαλίκι Ασπροποτάμου συνεχίζει σε πείσμα των καιρών αυτή την τέχνη αιώνων.


Τώρα ήρθε η εποχή που τελείωσαν τα τούβλινα σπίτια με τους άσπρους σοβάδες και πρέπει να ομορφύνουμε την ασχήμια αυτή χρησιμοποιώντας την πέτρα.




Με τα έργα του Δημήτρη, το χωρίο παίρνει πλέον μια άλλη μορφή κοιτώντας με νόημα το ένδοξο αρχιτεκτονικό του παρελθόν.