Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Δημήτρης Μητροπάνος: H ζωή μου / LifO

Δεν είμαι Θεσσαλονικιός. Πολύς κόσμος νομίζει ότι είμαι από εκεί επειδή έχω ζήσει και έχω τραγουδήσει πολύ εκεί. Η Θεσσαλονίκη και τα Χανιά είναι οι αγαπημένες μου πόλεις. Η Αθήνα είναι τέρας, δεν είναι πόλη. Εδώ που μένω, στο Ψυχικό, ξέρεις τι μου λέει η κόρη μου: «Μπαμπά, κάθισα μισή ώρα στο παράθυρο και είδα μόνο έναν σκύλο να περνάει». Μου αρέσουν μόνο η Πλάκα και τα Εξάρχεια. Ό,τι και να λένε για τα Εξάρχεια είναι από τις ωραιότερες περιοχές.
Ήρθα στην Αθήνα το 1964. Έφυγα από τα Τρίκαλα γιατί δεν γινόταν να μείνω άλλο εκεί. Ήρθα για σπουδές, αλλά ακολούθησα άλλο δρόμο. Εξαιτίας και κοινωνικών φρονημάτων δεν μπορούσα να σπουδάσω. Ούτε στο Δημόσιο μπορούσα να μπω. Τότε τραγούδησα σε μια συνεστίαση της δουλειάς του θείου μου και με άκουσε ο Μπιθικώτσης. Με φώναξε και μου είπε να ακολουθήσω το επάγγελμα.

Μέχρι τότε γραφόμουνα παντού ορφανός. Ότι ζει ο πατέρας μου το έμαθα στα 17. Ήρθε τότε ένα γράμμα και έμαθα ότι είναι στη Ρουμανία. Είχε φύγει με το αντάρτικο. Δεν είχαμε ποτέ μια ιδιαίτερη σχέση. Αφού αποφάσισε και το έκανε, ας το πάρει μέχρι τέλος. Αυτή είναι η θεωρία που πιστεύω και εγώ. Στην πράξη δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το κάνω. Δεν θέλω να του ρίξω βάρος. Είναι πόσο αντέχει ο άνθρωπος.
Το 1965 πρωτοτραγούδησα σε κέντρο με τον Ζαμπέτα. Δεκαεφτά χρόνων. Καθόμουνα μέχρι τις έντεκα και μισή γιατί μετά έπρεπε να κοιμηθώ για να πάω σχολείο. Με αντιμετωπίζανε σαν παιδάκι. Συνήθως Καζαντζίδη τραγουδούσα. Έπαιρνα και 50 δραχμές την ημέρα. Δεν σκεφτόμουνα να βρω άλλη δουλειά. Το τραγούδι ήταν η μόνη δουλειά που είχα τότε.
Θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό. Ούτε κουράστηκα, ούτε πάλεψα. Με το που μπήκα στην ιστορία γνώρισα τον Ζαμπέτα που με πήρε μαζί του. Μου ήρθαν πολύ βολικά τα πράγματα. Βέβαια, αν το σκεφτείς, τότε βγήκαμε 10 τραγουδιστές, οι πέντε κάνουν ακόμα καριέρα. Σήμερα βγαίνουν χίλιοι. Δεν χωράει η Ελλάδα τόσους πολλούς.
Ο τραγουδιστής είναι από τα καλύτερα επαγγέλματα. Είναι αυτός που βγαίνει και εισπράττει κατευθείαν αυτό που άλλοι παλεύουν για καιρό. Εδώ κατευθείαν εισπράττεις αυτό που δίνεις.
Είμαι λαϊκός τραγουδιστής. Το τραγούδι του Λάκη (σ.σ. «Για να σ' εκδικηθώ») που είπα έγινε επειδή μέναμε δίπλα δίπλα και μου το έφερε να το ακούσω και του είπα: «Ρε συ Λάκη, κρίμα να το πεις εσύ, θα πάει χαμένο» και μου απάντησε: «Πες το εσύ». Και το είπα. Καλά τραγούδια θέλω να λέω.
Αν δεν έχεις τα βιώματα, δεν υπάρχει περίπτωση να μπορέσεις να τραγουδήσεις ορισμένα πράγματα. Από καταβολής του λαϊκού τραγουδιού οι τραγουδιστές είναι από τη μέση τάξη και κάτω. Φαντάζεσαι να τραγουδήσει τη «Φτωχολογιά» ένας γιος εφοπλιστή; Γι' αυτόν θα είναι ένα άγνωστο πράγμα.
Όταν τραγούδησα με τον Θεοδωράκη, ήμουνα δεν ήμουνα είκοσι χρόνων. Δεν με ένοιαζε. Όταν με φώναξε αργότερα και ήμουνα τριάντα πέντε, έτρεμα κι ας ήμουνα επαγγελματίας. Τότε είχα το πρόβλημα, γιατί ήξερα ποιος είναι ο Θεοδωράκης. Όλος αυτός ο «όγκος» σού κόβει τα πόδια.
Έχω πει ότι χρωστάω μόνο στον Γιώργο Ζαμπέτα. Αυτός μου έδωσε τα πρώτα μου τραγούδια και από αυτόν διαμορφώθηκε η στάση μου απέναντι σε οτιδήποτε Ήταν κανονικός άνθρωπος, χωρίς το μυαλό πάνω από το κεφάλι. Το βασικό που έλεγε ήταν: «Σβήσαν τα φώτα; Να είσαι κανονικός άνθρωπος». Βασίστηκα σε αυτό και απ' ό,τι πιστεύω δεν την ψώνισα.
Δεν βρίσκονται σήμερα παρόμοια μεγέθη. Τότε οι παρέες ήταν δημιουργικές. Σήμερα υπάρχει μια απομόνωση. Ο καθένας τραβάει μόνος του τον δρόμο του. Ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Μαρκόπουλος, ο Λοΐζος, ο Λεοντής έκαναν παρέα. Συζήταγαν και ζούσαν τα προβλήματά τους. Τη συζήταγαν τη μουσική.
Τώρα ζούμε σε μια μεταβατική κατάσταση. Δεν είναι μόνο εδώ. Υπάρχει ένα παγκόσμιο πρόβλημα όσον αφορά την τέχνη. Φτάνουμε στο σημείο να επιζητούμε μια καταστροφή ή να δημιουργηθούν προβλήματα ώστε να προχωρήσει η τέχνη. Θα πρέπει, όμως, να μάθουμε κάποια στιγμή πως καλό είναι να μη δημιουργούνται προβλήματα απλώς για να γίνεται η τέχνη. Δεν θεωρώ ότι δεν υπάρχουν παιδιά με ταλέντο. Υπάρχουν και είναι πολλά. Απλά δεν υπάρχουν άνθρωποι, όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης, να βάλουν μια τάξη.
Με χαρά να συμμετάσχω αν δημιουργηθεί μια τέτοια παρέα, αλλά πρέπει να ξέρετε πως ο τραγουδιστής είναι έξω από το δημιουργικό πράγμα. Άλλοι χαράζουν το δρόμο και εγώ είμαι ο εκφραστής. Όσο υπήρχαν οι δημιουργοί, είχαν τον πρώτο λόγο και είχαμε και τα αποτελέσματα που είχαμε. Από τη στιγμή που οι εταιρείες δεν τα βρήκανε με τους συνθέτες, εμείς ήμασταν η πιο εύκολη λεία. Κάπου πιστέψαμε πως μπορούμε να κάνουμε και μόνοι μας και είδαμε την κατάντια μας.
Η εποχή της Πλάκας ήταν για μένα καταπληκτική. Το γλέντι και η διασκέδαση ήταν πιο αυθόρμητα. Μετά ήρθε η «βιομηχανοποίηση». Δεν σηκώνονταν τότε διακόσιοι να χορέψουν. Θα σηκωνόταν ένας να το ευχαριστηθεί. Σήμερα σπρώχνονται και νομίζουν ότι χορεύουν. Κανείς δεν το ευχαριστιέται αυτό. Παλιά έλεγαν: «Πάμε να ακούσουμε αυτόν», τώρα λένε «Πάμε να δούμε αυτόν».
Ανταγωνισμός πάντα θα υπάρχει. Ανάλογα πώς το βλέπει ο καθένας. Εγώ πάντα με την έννοια του να τραγουδήσω καλύτερα. Και με τον πιο καλό μου φίλο να βγαίνω μαζί, θέλω εγώ να τραγουδήσω καλύτερα. Δεν κάνω κάτι εις βάρος του. Με τον Τερζή είμαστε τριάντα χρόνια φίλοι. Και εκεί υπήρχε ο ανταγωνισμός και από εμένα και από αυτόν. Στα παρασκήνια τού έλεγα: «θα σε φάω» και αυτός μου έλεγε το ίδιο. Όταν βγαίνω και έχω δύο τρεις τραγουδιστές που δεν τους υπολογίζω, δεν είμαι και εγώ καλός. Με τον Τερζή πεθαίναμε και οι δύο, «πτώματα» καταλήγαμε. Ζηλεύω το ρεπερτόριο του Μπιθικώτση. Αλλά σαν φωνή προτιμώ τον Καζαντζίδη.
Αν όλα τα κάνεις φόρα παρτίδα, δεν έχεις κανένα λόγο να φοβάσαι τις κακές γλώσσες. Και δεν ήμουν κανένα παιδάκι κλεισμένο στο σπίτι του. Κάθε βράδυ ξενύχταγα μέχρι τις επτά και οχτώ η ώρα το πρωί. Δεν υπήρχε σκυλάδικο που να μην έχω γυρίσει. Μέχρι να παντρευτώ και να κάνω τα παιδιά μου ήμουνα σκορποχώρι. Χέστηκα! Ας με πούνε και σκυλά. Δεν με αφορά, ξέρω πολύ καλά ποιος είμαι. Μου άρεσε να ξενυχτάω, να πίνω. Εκεί μέσα μεγάλωσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: