Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Το γεφύρι της Πλάκας

gefiry-plakas2
Tο γεφύρι της Πλάκας. Photo credit: gefiriplakas.gr
- Όποιος δένει τον τόπο με γεφύρι, δένεται με το Θεό.
- Όποιος γκρεμίζει γεφύρι, γκρεμίζει δέκα εκκλησιές.
- Τον άνθρωπο που φτιάχνει γεφύρι, τον έχει ο Θεός από το χέρι.
(Βλάχικες παροιμίες)
 Το γεφύρι της Πλάκας, το οποίο από πολλούς θεωρούνταν το πιο όμορφο πέτρινο τοξωτό γεφύρι, δεν υπάρχει πια. Η πτώση του ας αποτελέσει την κλήση αφύπνισης που χρειάζεται η κοινωνία μας, ώστε να προστατέψει, συντηρήσει και αναδείξει τόσα άλλα πολιτιστικά μνημεία μας που κινδυνεύουν.
Το γεφύρι της Πλάκας, με μήκος 61 μ. και άνοιγμα τόξου 40 μ., το μεγαλύτερο άνοιγμα τόξου των Βαλκανίων, ένα μνημείο τόσο σημαντικό που κάποιοι το αποκαλούσαν «Ακρόπολη των Τζουμέρκων», δεν υπάρχει πια. Κατέρρευσε το πρωί της 1ης Φεβρουαρίου 2015. Μέρες και νύχτες έπεφταν ασταμάτητα οι νεροποντές στα βουνά της Πίνδου κι ο Άραχθος κατέβαζε όλο αυτό το νερό στη στενή του κοίτη, στην έξοδο της χαράδρας του. Ο Άραχθος, ο καλλιγέφυρος Άραχθος, που γεφυρώνεται με θαυμαστά πέτρινα τοξωτά γεφύρια, του Καλουτά, του Παπαστάθη, της Άρτας, πήρε μαζί του αυτό που πολλοί θεωρούσαν το πιο όμορφό του: το γεφύρι της Πλάκας.
1928: Η τελευταία φορά που συντηρήθηκε ουσιαστικά το γεφύρι (πηγή: Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων). Τότε που ακόμα χρησιμοποιούνταν καθημερινά από χιλιάδες ανθρώπους και δεκάδες κοπάδια γιδοπρόβατα. Από τότε γίνονταν απλώς μερεμέτια, άλλοτε περισσότερα, άλλοτε λιγότερα, αλλά πάντως μερεμέτια, όχι ριζική συντήρηση. Ώσπου ο Άραχθος δεν του χαρίστηκε. Υπάρχουν ευθύνες; Θα αναζητηθούν άραγε; Σε άλλες χώρες, αν έχουν πέτρινα γεφύρια, τα αναδεικνύουν και τα προστατεύουν γι’ αυτό που είναι –σημαντικά μνημεία αρχιτεκτονικής, μηχανικής, παράδοσης και ιστορίας. Εμείς έχουμε πάνω από 1.500. Και τα πιο πολλά, σχεδόν όλα, έχουν αφεθεί στη μοίρα τους.

Κάποιοι σχολιάζουν, μα από τα 1.500 πήγε κι έπεσε το πιο ωραίο; Η απάντηση είναι ότι εδώ και χρόνια πέφτουν συνεχώς ή είναι ετοιμόρροπα ένα σωρό πέτρινα γεφύρια μας και κανείς δεν δίνει σημασία, ούτε στα κεντρικά δελτία ειδήσεων ούτε καν στα τοπικά κανάλια, επειδή ακριβώς δεν είναι τόσο όμορφα. Ώσπου ήρθε η ώρα του γεφυριού της Πλάκας. Ας γίνει λοιπόν αυτή η καταστροφή η κλήση αφύπνισης των Ελλήνων, γι’ αυτά τα μοναδικά, εκπληκτικά μας μνημεία, που στέκουν εκεί για αιώνες και αφηγούνται την ιστορία μας –μα και για όλα τα μνημεία μας, γενικότερα!
Πράγματι, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο προσφέρθηκε άμεσα να κάνει δωρεάν μελέτη για την ανακατασκευή του, πάνω στα βάθρα του που άντεξαν. Κι ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος κατάγεται από τα Τζουμέρκα, έστειλε με μιας κλιμάκια από τα υπουργεία Υποδομών και Πολιτισμού να επιθεωρήσουν όλα τα σημαντικά γεφύρια της περιοχής.
Μακάρι κάτι πράγματι ν’ αλλάξει στην πράξη, να σωθούν και ν’ αναδειχθούν τα άλλα γεφύρια μας και τα άλλα μνημεία μας. Μα εδώ, σήμερα, θα σας αφηγηθώ την ιστορία του περίφημου γεφυριού της Πλάκας.
Eδώ και χρόνια πέφτουν συνεχώς ή είναι ετοιμόρροπα ένα σωρό πέτρινα γεφύρια μας και κανείς δεν δίνει σημασία, ούτε στα κεντρικά δελτία ειδήσεων ούτε καν στα τοπικά κανάλια
Η ιστορία λοιπόν πάει πίσω στο 1860, όταν ο Άραχθος σε μια κατεβασιά γκρέμισε το «παλιοδογέφυρο», όπως το έλεγαν, το οποίο βρισκόταν στη θέση της σημερινής γέφυρας μπέιλι (από σίδερο και ξύλο), από την οποία περνούν τα αυτοκίνητα. Οι γειτονικές κοινότητες των Τζουμέρκων χρειάζονταν το γεφύρι, για να επικοινωνούν με τη δυτική όχθη του ποταμού Αράχθου, η οποία σκάβει εδώ κι εκατομμύρια χρόνια το δρόμο του στην Πίνδο. Γιατί, για να πάνε απέναντι, έπρεπε ή να ανεβούν ψηλά στα γεφύρια της Πολίτσας και του Παπαστάθη ή να κατεβούν χαμηλά, στον κάμπο της Άρτας, να περάσουν από το εκεί περίφημο γεφύρι –μιλάμε για μέρες παράκαμψη, για τους ταξιδιώτες της εποχής. Έτσι, συγκέντρωσαν χρήματα το 1863, για να φτιάξουν νέο γεφύρι, με βασικό χορηγό τον κυρ-Δημήτρη Αρβανιτογιάννη, από τα Πράμαντα Τζουμέρκων, ο οποίος πρόσφερε 30.000 γρόσια.
Από τους πέντε πρωτομάστορες που πήραν μέρος στον διαγωνισμό, ξεχώρισαν ο Κονιτσιώτης μαστρο-Γιώργης κι ο Πραμαντιώτης μαστρο-Κώστας. Οι δύο μάστορες συμφώνησαν στο σημείο θεμελίωσης, στα βράχια στην έξοδο της χαράδρας του Αράχθου, διαφώνησαν όμως στον τρόπο κατασκευής του γεφυριού. Όπως αναφέρει ο καθηγητής Σπύρος Μαντάς, ο μαστρο-Γιώργης το ήθελε «αμπασωτό», με χαμηλό τόξο, ώστε να μπορούν να το διαβούν κι οι ηλικιωμένοι χωρίς να λαχανιάσουν, ενώ ο μαστρο-Κώστας το προτιμούσε «στο μιρκέζι», ένα ψηλό τόξο δηλαδή που να δημιουργεί τέλειο ημικύκλιο, εκτιμώντας πως το αμπασωτό δεν θ’ αντέξει, λόγω του μεγάλου πλάτους της κοίτης, το οποίο ακόμη και σ’ αυτό το πιο στενό της σημείο ξεπερνά τα 40 μ.
Η πρώτη επιλογή ήταν οικονομικότερη κι ο χορηγός την προτίμησε. Το γεφύρι πράγματι φτιάχτηκε με χαμηλό τόξο. Καθώς όμως κάναν το γλέντι, στο οποίο είχαν καλέσει όλους τους Τζουμερκιώτες, λίγες μόλις ώρες μετά το ξεκαλούπωμα, το γεφύρι γκρεμίστηκε με τρομερό θόρυβο, όπως περιγράφουν οι ιστορικοί της εποχής, και όλοι πάγωσαν. Ο Μαστρο-Γιώργης έφυγε ντροπιασμένος για την Κόνιτσα, ενώ οι Τζουμερικώτες ξεκίνησαν πάλι να μαζεύουν γρόσια, πολλά γρόσια, ώστε να φτάσουν να το φτιάξει με ψηλό τόξο αυτήν τη φορά ο μαστρο-Κώστας Μπέκας, ο Πραμαντιώτης.
Τρία χρόνια αργότερα, είχαν συγκεντρώσει 187.000 γρόσια, ποσό μυθικό, αν σκεφτείς πως το μεροκάματο τότε αμείβονταν ένα γρόσι. Βασικοί χορηγοί ο Ιωάννης Λούλης από την Αετορράχη, ο Αναγνώστης Λύτρας κι ο Ιωάννης Ρίγγας από τα Πράμαντα κι ο Αναγνώστης Μάρος από τους Μελισσουργούς. Οι Αγναντιώτες έβαλαν τα ξύλα κι απ’ όλα τα γύρω χωριά πρόσφεραν δωρεάν εργασία και δεκάδες χιλιάδες ζευγάρια αβγών. Γιατί το ασπράδι των αβγών αποτελούσε τη συνδετική ύλη, η οποία ζυμωνόταν μαζί με ασβέστη, μαλλί και κοσκινισμένη ψιλή ποταμίσια άμμο κι έφτιαχνε το «κουρασάνι», το μείγμα που έμπαινε ανάμεσα στις πέτρες, για να δέσουν μεταξύ τους.
Οι πρωτομάστορες κρατούσαν μυστικές τις ακριβείς αναλογίες για το κουρασάνι. Μα αυτό δεν ήταν το μόνο μυστικό του γεφυριού της Πλάκας. Λέγεται πως στα θεμέλια του γεφυριού έθαψαν ζωντανή μια «αλαφροΐσκιωτη», μια αθώα, επιληπτική κοπέλα από το γειτονικό χωριό, το Μονολίθι. Μη βάζετε χέρι στη φωτιά πως πρόκειται για μύθο. Φαίνεται πως οι ανθρωποθυσίες καλά κρατούσαν ακόμη στην Ελλάδα του 19ου αι., όταν θέλαν να στεριώσουν κάποιο σημαντικό έργο. Και αν μου ζητούσαν να εκτιμήσω, αν πρόκειται για μύθο ή για γεγονός, θα έκλινα μάλλον προς το τελευταίο.
Τον Σεπτέμβριο του 1866 λοιπόν, δύο μήνες μετά την έναρξη της κατασκευής του, το γεφύρι ξεκαλουπώθηκε, με το τόξο του περήφανα υψωμένο 21 μ. πάνω από την επιφάνεια του Αράχθου, και με πλάτος καταστρώματος που ξεπερνούσε τα 3 μ. Περαστικός από εκεί ο Κέλενεκ, αρχιμηχανικός της διώρυγας της Κορίνθου, όταν το είδε, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που πρόσφερε στον Μπέκα δώρο μια δερματόδετη κορδέλα μέτρησης ακριβείας.
Στις 29 Φεβρουαρίου του 1944 συναντήθηκαν εδώ ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ, Άγγλοι και Αμερικανοί αξιωματικοί και συμφώνησαν να συνεργαστούν κατά των Γερμανών. Tο γεφύρι της Πλάκας ένωσε τους δεξιούς με τους αριστερούς.
Οι ντόπιοι κι οι ταξιδιώτες το χάρηκαν για 15 χρόνια. Και ύστερα άρχισε ο ταραχώδης βίος του. Από το 1881 ως το 1912 υπήρχαν πολλοί περιορισμοί στο πέρασμα του γεφυριού, αφού πλέον αποτελούσε τα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Το 1941 προσπάθησαν ανεπιτυχώς να το ανατινάξουν οι Γερμανοί, ενώ στις 29 Φεβρουαρίου του 1944 συναντήθηκαν εδώ ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ, Άγγλοι και Αμερικανοί αξιωματικοί και συμφώνησαν όλοι μαζί να συνεργαστούν κατά των Γερμανών. Όπως λέγαν χαρακτηριστικά οι ντόπιοι, το γεφύρι της Πλάκας ένωσε τους δεξιούς με τους αριστερούς.
Μετά την ανατίναξη του γεφυριού του Κοράκου στον Αχελώο το 1949, στον εμφύλιο, από τους αντάρτες (το ίδιο πρωί είχαν αποπειραθεί ανεπιτυχώς να το ανατινάξουν τα Σπιτφάιρ της αεροπορίας), το οποίο είχε άνοιγμα τόξου 50 μ. και είχε αντέξει πέντε αιώνες, το γεφύρι της Πλάκας απέμεινε το μεγαλύτερο πέτρινο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων. Χαρακτηρίστηκε προστατευόμενο μνημείο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και έγινε αξιοθέατο για τους τουρίστες, καθώς μάλιστα εδώ καταλήγει η κλασική διαδρομή ράφτιγκ της χαράδρας του Αράχθου. Ώσπου παρασύρθηκε το χθες το πρωί που κάθισα κι έγραψα το άρθρο.
Αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω εδώ απόσπασμα από παλιότερο άρθρο μου, πριν από χρόνια, πρώτη φορά που αναφέρθηκα στο γεφύρι της Πλάκας – επιτρέψτε μου: «Ο άνεμος κατέβαινε παγωμένος την κοιλάδα του Αράχθου. Έβαλα το πηγούνι στο μπουφάν να φυλαχτώ από το κρύο. Καθόμουν κάτω από τη γέφυρα της Πλάκας, πλάι στο τζιπ, και περίμενα εκεί, στη βουβή δύναμη της φύσης της Πίνδου, να πέσει το σκοτάδι και τα τσιγάρα στο πακέτο να τελειώσουν. Κοίταζα το ποτάμι και σκεφτόμουν τη θάλασσα, τόσο μακρινή όσο το καλοκαίρι στις βροχές του Νοεμβρίου. Μια καταιγίδα είχε περάσει κι είχε μακρύνει στ ανατολικά. Άλλη μια ακουγόταν να πλησιάζει πίσω από τα βουνά στα δυτικά. Η μονότοξη γέφυρα Πλάκας δεν είναι το μεγαλύτερη ηπειρώτικο παραδοσιακό γεφύρι, είναι αυτό της Άρτας. Η γέφυρα Πλάκας είναι απλώς η πιο καλλιτεχνική, η πιο αέρινη, η πιο ντελικάτη. Ένα τεράστιο πέτρινο μονότοξο κατασκεύασμα, ανάμεσα στις δυο έρημες κάθετες πλαγιές, τόσο λεπτό που μοιάζει να κρέμεται από τον ουρανό. Ή, αν προτιμάτε, θυμίζει τον ιστό κάποιας τεράστιας αράχνης. Εκεί από κάτω, στις πέτρες της κοίτης, ένιωσα για πρώτη φορά τη σχέση του Ηπειρώτη με τα γεφύρια. Γιατί η Ήπειρος είναι γεμάτη απ τα βουνά της Πίνδου και τα ποτάμια τρέχουν ορμητικά και παγωμένα ανάμεσά τους. Χωρίς τα γεφύρια, οι Ηπειρώτες θα ήταν αποκλεισμένοι σε μικρούς οικισμούς. Χάρη στα γεφύρια ανέπτυξαν το εμπόριο, την επικοινωνία, τα γράμματα».
Τα γεφύρια, πέτρινα, ξύλινα, τσιμεντένια και τα ηλεκτρονικά «γεφύρια» που ενώνουν όλη τη Γη και χωρίς αυτά όλοι οι άνθρωποι θα ήταν αποκλεισμένοι σε μικρές ομάδες. Πρώτος στόχος κάθε εμπόλεμου, από την πρώτη μέρα των μαχών, είναι τα γεφύρια του εχθρού. Αντίθετη λέξη του πολέμου είναι η ειρήνη, ναι, μα εξίσου αντίθετη είναι και η γέφυρα! Δείτε τα χαρτονομίσματα του ευρώ, όλα έχουν παράσταση μια ξακουστή γέφυρα της Ευρώπης, συμβολίζοντας την ένωση των λαών.
Γράφω, 12 ώρες από την πτώση του γεφυριού της Πλάκας. Αυτή η καταστροφή ενός μοναδικού μνημείου να είναι η αφετηρία για όλους μας, να ψάξουμε, να ενδιαφερθούμε, να μάθουμε, να αγαπήσουμε, να προστατέψουμε, να συντηρήσουμε τα μνημεία μας. Να τιμήσουμε τους ανθρώπους που τα έφτιαξαν, ανθρώπους από άλλες γενιές, τόσο διαφορετικούς μα και τόσο όμοιους με εμάς – που κι αυτοί αγαπούσαν, ήλπιζαν, παθιάζονταν, δημιουργούσαν. Δεν φτάνει να κάνουμε λάικ για να επιστρέψουν τα Ελγίνεια. Ας αρχίσουμε τις επισκέψεις στα μνημεία μας, αυτά που έχουμε εδώ, ας μάθουμε γι’ αυτά και ας προσφέρουμε εθελοντική εργασία στη συντήρηση και την ανάδειξή τους. Και τα σχολεία, μην κάνουν «εκδρομές» στο γήπεδο για να εκτονωθούν τα παιδιά, ας κάνουν πολιτιστικές εξορμήσεις σε μνημεία κι ας οργανώσουν εθελοντικές ομάδες μαθητών για τον καθαρισμό τους.
Καλή δύναμη σε όλους μας – και καλή διασκέδαση, γιατί είναι τόσο απολαυστικό να ασχολείται κανείς με τα μνημεία πολιτισμού του!

//Ο Βασίλης Γούσιας είναι MSc του Πολυτεχνείου Πατρών και υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: